Υπερηχογραφική εξέταση του εμβρύου

Το αποτέλεσμα της υπερηχογραφικής εξέτασης είναι είτε φυσιολογικό, είτε με παθολογικές ενδείξεις, είτε αβέβαιο.

Ένα μη φυσιολογικό αποτέλεσμα μπορεί να σημαίνει ότι διαπιστώνεται μια ανωμαλία ή δυσπλασία, όπως ένα καρδιακό ελάττωμα, ότι το μέγεθος του εμβρύου δεν είναι αυτό που αναμένεται για την συγκεκριμένη ηλικία κύησης ή ότι υπάρχει πολύ υγρό κάτω από το δέρμα (αυχενικό κυστικό ύγρωμα). Ένα μη φυσιολογικό αποτέλεσμα μπορεί να υποδηλώνει ότι το έμβρυο έχει σύνδρομο, όπως η τρισωμία 21 (σύνδρομο Down), ή απλώς ένα μεμονωμένο αναπτυξιακό ελάττωμα ενός οργάνου όπως η καρδιά ή το νεφρό.

Τα περισσότερα αβέβαια αποτελέσματα, που συχνά ονομάζονται ελάσσονες δείκτες (soft markers) από τον γυναικολόγο, βρίσκονται σε κανονικά έμβρυα. Ο κίνδυνος διαπίστωσης χρωμοσωμικής ανωμαλίας είναι συνήθως πολύ χαμηλός, ειδικά όταν εντοπίζεται μόνο ένας ελάσσονας δείκτης.

Γενετικός έλεγχος του εμβρύου

Ακόμα και όταν η υπερηχογραφική εξέταση είναι φυσιολογική, πολλά ζευγάρια θέλουν μια πολύ λεπτομερή χρωμοσωμική εξέταση του εμβρύου τους μόνο και μόνο «για να είναι ασφαλείς». Αυτή η εξέταση δεν αφορά μόνο συγκεκριμένα σύνδρομα, όπως το σύνδρομο Down, αλλά μια γενική ανάλυση, όλων των χρωμοσωμάτων. Ονομάζεται μοριακός καρυότυπος ή συγκριτικός γενωμικός υβριδισμός με μικροσυστοιχίες (CGH arrays) και εξετάζει εάν οποιοδήποτε μέρος ή τμήμα ενός χρωμοσώματος, ακόμη και πολύ μικρά μέρη, αποκλίνει από τον φυσιολογικό αριθμό. Για τα περισσότερα χρωμοσώματα ο φυσιολογικός αριθμός είναι 2 επειδή τα χρωμοσώματα υπάρχουν ως ζεύγη.

Το πρόβλημα με αυτό το τεστ είναι η υψηλή ευαισθησία, που σε αυτή την περίπτωση σημαίνει ότι υπάρχουν πάρα πολλά ευρήματα. Πολλές μικρές αποκλίσεις (μικροελλείμματα ή μικροδιπλασιασμοί) από τον κανονικό αριθμό ονομάζονται παραλλαγές αριθμού αντιγράφων (CNV, Copy Number Variants), και μερικές είναι κοινές στον γενικό πληθυσμό. Τέτοιες παραλλαγές μπορεί να βρίσκονται κάπως πιο συχνά σε άτομα με μαθησιακές δυσκολίες, αλλά τα περισσότερα άτομα με αυτά τα CNV είναι απολύτως φυσιολογικά. Με πολλούς τρόπους, αυτά τα ευρήματα θυμίζουν τους «ελάσσονες δείκτες» που βρίσκει ο γυναικολόγος με το υπερηχογράφημα: η σημασία του ευρήματος για το μελλοντικό παιδί είναι από μικρή έως απίθανη. Ωστόσο, αυτά τα ευρήματα δημιουργούν πολύ άγχος επειδή η ιατρική βιβλιογραφία είναι γεμάτη παραδείγματα τέτοιων ευρημάτων που βρέθηκαν σε μη φυσιολογικά παιδιά. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη – τα κοινά CNV βρίσκονται σε όλους, συμπεριλαμβανομένων των φυσιολογικών και των μη φυσιολογικών παιδιών.

 

Όταν εξετάζουμε εάν ένα τέτοιο CNV μπορεί να προκαλέσει προβλήματα σε ένα μελλοντικό παιδί, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τον βαθμό μείωσης του κινδύνου που επιτυγχάνει η προγεννητική διάγνωση. Οι περισσότερες σημαντικές ανωμαλίες ή δυσπλασίες θα ανιχνευθούν με υπερηχογράφημα, μερικές είναι μέρος ενός συνδρόμου, οι περισσότερες είναι απομονωμένες και μικρότερης σημασίας.

Αυτό αφορά το 1-2% των εμβρύων. Ο ίδιος αριθμός εμβρύων μπορεί να εμφανίσει μελλοντικά σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες, νοητική υστέρησης ή αυτισμό, και σε αυτή την περίπτωση ένα προγεννητικό, γενετικό τεστ εντοπίζει την ασθένεια (και την αιτία) σε λιγότερο από 10% των περιπτώσεων. Εάν οι γονείς είναι πρώτα ξαδέλφια, ο κίνδυνος νοητικής υστέρησης ή συνδρόμου αυξάνεται 2-3 φορές, αλλά αυτές οι ασθένειες δεν εντοπίζονται με τα συνήθη προγεννητικά τεστ, δηλαδή, σε αυτή την περίπτωση δεν αυξάνεται η πιθανότητα εντοπισμού της ασθένειας (και της αιτίας) με προγεννητικό, γενετικό τεστ.Από τα παραπάνω στοιχεία, το πλέον ανησυχητικό, για τους περισσότερους γονείς, είναι ο 1% κίνδυνος νοητικής υστέρησης.

Η χρωμοσωμική ανάλυση ή o μοριακός καρυότυπος με φυσιολογικά αποτελέσματα μειώνει αυτόν τον κίνδυνο, κατά μέσο όρο, περίπου κατά 10% (ανάλογα με την ηλικία της μητέρας). Και σε αυτή τη περίπτωση εννοούμε ότι το τεστ είναι αρνητικό για σαφώς μη φυσιολογικά χρωμοσωματικά ευρήματα, όχι για τις παραλλαγές αριθμού αντιγράφων (CNVs) που αναφέρθηκαν παραπάνω. Αυτό σημαίνει ότι ένα φυσιολογικό, μη συγγενικό, ζευγάρι χωρίς προηγούμενο ιστορικό νοητικής υστέρησης στη στενή του οικογένεια, έχει κίνδυνο περίπου 1% να αποκτήσει ένα παιδί με αναπτυξιακή καθυστέρηση και αυτός ο κίνδυνος μειώνεται μόνο σε ήπιο βαθμό με τον προγεννητικό  μοριακό καρυότυπο.

Γιατί αυτό αποτελεί πρόβλημα;

Γιατί λοιπόν να ασχοληθούμε με μια παραλλαγή αριθμού αντιγράφου αμφίβολης σημασίας όταν το μεγαλύτερο μέρος του πραγματικού κινδύνου για ένα μη φυσιολογικό παιδί παραμένει μη ανιχνεύσιμο; Πιθανώς επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι ο προγεννητικός γενετικός έλεγχος είναι καλύτερος από ότι πραγματικά είναι. Δυστυχώς, τα εμπορικά εργαστήρια αναφέρουν αυτά τα αβέβαια ευρήματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να τους ασκηθεί μήνυση γιατί κάποιο εύρημα δεν αναφέρθηκε, παίρνουν τα χρήματά τους και κάποιος άλλος πρέπει να αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα, μερικές φορές το ίδιο το ζευγάρι. Συχνά ο γυναικολόγος δεν ξέρει τι να πει, αφού η γονιδιωματική δεν είναι το πεδίο ειδικότητάς τους. Το να διαλέγει κάποιος να είναι πάντα στην «ασφαλή πλευρά» σημαίνει ότι πολλά φυσιολογικά παιδιά θα αποβληθούν.

Το μήνυμα είναι ότι δεν υπάρχει κανένα τεστ ή ανάλυση που να εξαφανίζει την αβεβαιότητα – η ζωή είναι αβέβαιη και αβεβαιότητα πάντα υπήρχε και θα υπάρχει, ακόμη και στην εποχή της γονιδιωματικής ιατρικής. Ελπίζουμε ότι αυτή η καταχώρηση θα είναι χρήσιμη για κάποια άτομα ή ζευγάρια, θέτοντας τα αβέβαια, προγεννητικά, γενετικά ευρήματα σε προοπτική.

 

Γράφει ο Γκούναρ Ντούζγος Χάουγκε

Απόδοση στα ελληνικά Σοφία Ντούζγου Χάουγκε