Στη βιολογία, ο όρος δίδυμα προσδιορίζει ανθρώπους που γεννιούνται ταυτόχρονα (δίδυμος γέννηση).
 
Τα διζυγωτικά δίδυμα (DZ) μοιράζονται κατά μέσο όρο το 50% του γονιδιώματος όπως και τα αδέρφια που γεννήθηκαν από διαδοχικές εγκυμοσύνες και επομένως μπορεί να έχουν το ίδιο βιολογικό φύλο ή διαφορετικά φύλα.
 
Τα μονοζυγωτικά δίδυμα (MZ), από την άλλη πλευρά, προέρχονται από τη διαίρεση του ζυγωτού σε δύο (ή περισσότερα) διαφορετικά έμβρυα, δηλαδή είναι πανομοιότυπα αντίγραφα του ίδιου ζυγωτού και διαθέτουν το ίδιο γονιδίωμα. Αν και τα δίδυμα MZ είναι «προδιαγεγραμμένα» να έχουν τον ίδιο γονότυπο, δεν είναι στην πραγματικότητα, «πανομοιότυπα». Η φαινοτυπική ή κλινική ασυμφωνία των διδύμων ΜΖ μπορεί να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, για παράδειγμα επιγενετικές διαφορές ή πολυπαραγοντικά χαρακτηριστικά.
 
Ο βιολογικός ορισμός των διδύμων και η διάγνωση της ζυγωτίας πραγματοποιείται μέσω αναλύσεων μοριακής γενετικής.
 
Η συχνότητα των γεννήσεων διδύμων επηρεάζεται από περιβαλλοντικούς και γενετικούς παράγοντες. Η χρήση φαρμάκων που διεγείρουν τη γονιμότητα και η αυξανόμενη χρήση τεχνικών υποβοηθούμενης γονιμοποίησης, για παράδειγμα, έχει αυξήσει τη συχνότητα των πολύδυμων γεννήσεων.